ΠΗΓΗ: KLIK Magazine, Άρης Τερζόπουλος
Όπως και πολλά γιγαντιαία συγκροτήματα Τύπου παγκοσμίως, έτσι και ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, μπαίνει σε μια περίοδο μεγάλων προβλημάτων που δύσκολα θα έχουν ευτυχές τέλος Πριν από δέκα ακριβώς χρόνια, το καλοκαίρι του 1999, η ζέστη που επικρατούσε στην καλοκαιρινή Αθήνα, δύσκολα μπορούσε να συγκριθεί με τον πυρετό και την έξαψη που κυριαρχούσε στα εσωτερικά του ΔΟΛ, στα τότε ιστορικά γραφεία της Χρήσου Λαδά, που τώρα πια αποτελούν παρελθόν. Οι δυο τότε ισχυροί άνδρες του συγκροτήματος, ο Νίκος Μπιλίρης, ένα από τα παλιά και δοκιμασμένα στελέχη του συγκροτήματος και επικεφαλής του εμπορικού τομέα και ο Δημήτρης Χατζής, ένα σχετικά καινούργιο στέλεχος, είχαν ξεπεράσει τον Σταύρο Ψυχάρη, στην κούρσα για την εύνοια του εκδότη Χρήσου Λαμπράκη, που ακολουθούσε πια με σχεδόν απόλυτη εμπιστοσύνη, τις συμβουλές τους για την επέκταση του συγκροτήματος. Το εγχείρημα του Χρηματιστηρίου είχε πάει πολύ καλά για όλες τις εκδοτικές επιχειρήσεις που είχαν μπει σ’ αυτήν την καινούργια μόδα, που δημιουργούσε όχι μόνο τεράστιες υπεραξίες, αλλά και μια πρωτόγνωρη ρευστότητα. Αν για τις άλλες εκδοτικές επιχειρήσεις τα αποτελέσματα ήταν καλά για τον ΔΟΛ, ήταν πολύ περισσότερο από καλά.
Εκτός από την υπερκάλυψη του αρχικού κεφαλαίου και τα λίμιτ-άπ των τριών πρώτων ημερών, η μετοχή του ΔΟΛ έμοιαζε με ρουκέτα που είχε εκτοξευθεί με κατεύθυνση το διάστημα. Η στρατηγική του Μπιλίρη και του Χατζή για την αξιοποίηση της εξωπραγματικής αυτής ρευστότητας, που έφτανε το τεράστιο για εκείνη την εποχή ποσό των 40 δις, ενώ η χρηματιστηριακή αξία του ΔΟΛ άγγιζε το 1τρις, ήταν η τοποθέτηση σε χρηματιστηριακές αξίες, στην εξαγορά στρατηγικά επιλεγμένων εταιρειών και στην ψηφιακή τεχνολογία και το διαδίκτυο. Οι καινούργιες τεχνολογίες είχαν ήδη δημιουργήσει στις ΗΠΑ τεράστιες υπεραξίες και ένα καινούργιο οικονομικό κατεστημένο, που «ανδρώθηκε» και με τη δημιουργία του χρηματιστηριακού δείκτη Nasdaq, και επίσης μια τεράστια «φούσκα» που σύντομα έσκασε, αλλά στην Ελλάδα ήταν ακόμη ένα σχετικά άγνωστο φρούτο. Οι επιτελείς του ΔΟΛ, βλέποντας αρκετά μπροστά μεν, αλλά όχι και με την απαιτούμενη ακρίβεια δε, υπολόγιζαν ότι τα έσοδα του πρώτου χρόνου από τη δημιουργία της διαδικτυακής «τοποθεσίας» του συγκροτήματος θα ξεπερνούσαν το 1δις (σε δραχμές βέβαια τότε). Είχαν πέσει έξω κατά 98 %, μια και τα έσοδα δεν ξεπέρασαν τα 20 εκατομμύρια. Ήταν και το τελευταίο καλοκαίρι μιας τέτοιας μεγάλης αισιοδοξίας στα εσωτερικά του ΔΟΛ.
Τρία χρόνια αργότερα το καλοκαίρι του 2003, τα πάντα είχαν αλλάξει. Οι επενδύσεις στο χρηματιστήριο είχαν αποδειχθεί μια πανωλεθρία, με απώλειες που ξεπερνούσαν τα 17 δις, σχεδόν το μισό δηλαδή της τεράστιας ρευστότητας που είχε αντληθεί από το Χρηματιστήριο. Το ίδιο και η μεγάλη επένδυση στο διαδίκτυο που είχε δημιουργήσει ζημιές της τάξης των 3,5 δις και άνω (σε δραχμές αυτές οι αξίες, αν και είχε αρχίσει η χρησιμοποίηση του ευρώ). Εξίσου ζημιογόνες είχαν αποδειχτεί και οι περισσότερες από τις επενδύσεις του συγκροτήματος, σημειώνοντας σημαντικές απώλειες. Το συγκρότημα είχε ήδη μπει σε τροχιά κρίσης και οι πρώτες αποφάσεις για την αντιμετώπισή της οδήγησαν σε μεγάλες αλλαγές στο εσωτερικό του οργανισμού. Ο Μπιλίρης και ο Χατζής έχασαν την εύνοια του Λαμπράκη, με τον πρώτο να τοποθετείται στο Πρακτορείο διανομής Άργος, μακριά δηλαδή από τα κέντρα αποφάσεων του συγκροτήματος και τον δεύτερο να απομακρύνεται εντελώς. Τα ηνία του συγκροτήματος είχε ήδη αναλάβει ο Σταύρος Ψυχάρης, αρχίζοντας σημαντικές περικοπές και απομάκρυνση από τις ζημιογόνες δραστηριότητες. Το ίδιο εκείνο καλοκαίρι ο Χρήστος Λαμπράκης πέρασε και μια μεγάλη περιπέτεια της υγείας του που λίγο έλειψε να αποβεί μοιραία. Το καλοκαίρι του 1999 ήταν στην πραγματικότητα το τελευταίο μιας εικοσαετίας συνεχούς ανόδου για τις επιχειρήσεις Τύπου στην Ελλάδα. Μιας ανόδου που ξεκίνησε το 1980 και τέλειωσε το 1999 με μια έκρηξη. Την έκρηξη του Χρηματιστηρίου. Αλλά όπως συμβαίνει και με τις εκρήξεις, ότι πετάγεται με ορμή στον αέρα κάποια στιγμή αρχίζει να πέφτει. Το 2000 ήταν το έτος της καμπής για τις επιχειρήσεις Τύπου στην Ελλάδα.
Η κρίση του Χρηματιστηρίου, που οδήγησε στην καταστροφή εκατομμύρια ελληνικά νοικοκυριά, στέρησε την απαιτούμενη ρευστότητα από εκατομμύρια καταναλωτές. Η Ελλάδα μπήκε συνολικά σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης από τότε και από την οποία δεν έχει ακόμη συνέλθει, παρά τις κατά καιρούς «εκλάμψεις» που μεσολάβησαν. Σε περιόδους κρίσης, τα πρώτα είδη των οποίων η κατανάλωση μειώνεται, είναι τα μη απολύτως απαραίτητα. Τα προϊόντα του Τύπου, περισσότερο τα περιοδικά και λιγότερο οι εφημερίδες, είναι κατά κάποιο τρόπο είδη «πολυτελείας», όχι με την έννοια του ότι είναι ακριβά, αλλά με την έννοια ότι δεν παθαίνεις και τίποτα αν δεν διαβάζεις περιοδικά. Από το 1999 και μετά η κυκλοφορία εφημερίδων και περιοδικών μειώνεται σταθερά. Το συγκρότημα Λαμπράκη όπως ήταν φυσικό επλήγη κι αυτό καίρια από την κρίση. Οι παλιές «ιλιγγιώδεις» κυκλοφορίες των Νέων, που σε συνδυασμό με τις περίφημες «μικρές αγγελίες» της εφημερίδας, αποτελούσαν ένα ποταμό παροχής ρευστού για το συγκρότημα είναι πια μακρινό παρελθόν. Τα Νέα δεν έχουν πια ούτε τη μισή κυκλοφορία απ’ ότι στην περίοδο της ακμής τους και το ίδιο συμβαίνει και με τα περισσότερα από τα περιοδικά του συγκροτήματος, όπως για παράδειγμα με το Free που ξεκίνησε με πολύ σημαντικές κυκλοφορίες το 2003, για να πουληθεί τελικά φέτος όταν η κυκλοφορία και τα έσοδά του είχαν περιοριστεί περίπου στο 1/3 της καλής εποχής του. Το δρόμο του κλεισίματος ή της πώλησης έχουν πάρει και πολλά άλλα έντυπα του συγκροτήματος. Εκείνο που αντέχει αν και με σημαντική πτώση είναι το πάντα καλό κυριακάτικο Βήμα, είναι όμως αμφίβολο αν είναι πια κερδοφόρο, μέσα σε συνθήκες ενός μέχρις εσχάτων ανταγωνισμού. Περισσότερο ενδεικτική απ’ όλα αυτά όμως είναι η οικονομική κατάσταση του συγκροτήματος. Η περσινή χρονιά έκλεισε με ζημιές γύρω στα 8 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η φετινή χρόνιά άρχισε ακόμη χειρότερα. Το πρώτο τρίμηνο του 2009 έκλεισε με ζημιές 7.377.865 ευρώ για τον όμιλο εταιριών του ΔΟΛ, ενώ οι δανειακές και άλλες υποχρεώσεις του ομίλου ανέρχονται στα 198.620.516 ευρώ, μια κατάσταση χωρίς ορατή λύση και δύσκολα αναστρέψιμη. Εδώ και μερικά χρόνια είναι φανερό πως ο ΔΟΛ έχει μπει σε μιαν άλλη περίοδο. Ο Χρήστος Λαμπράκης έχει ήδη παραχωρήσει ένα μεγάλο ποσοστό, γύρω στο 25%, στον Σταύρο Ψυχάρη, ο οποίος έχει ουσιαστικά και την ευθύνη της διοίκησης του συγκροτήματος, αν και κανείς δεν αμφισβητεί την κυρίαρχη παρουσία του Λαμπράκη. Εδώ και λίγα χρόνια ο Ψυχάρης έχει δημιουργήσει πολύ καλές σχέσεις με τον Βίκτωρα Ρέστη, έναν από τους εφοπλιστές δεύτερης γενιάς που έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια και μετά το θάνατο του πατέρα του, με τεράστια κεφάλαια στα χέρια του. Ένα μέρος από αυτά τα κεφάλαια έχει ήδη επενδυθεί σε μετοχές του ΔΟΛ, δίνοντας έτσι ένα ποσοστό που πλησιάζει το 20% και δικαίωμα ψήφου στον Βίκτωρα Ρέστη, με τις ευλογίες βέβαια και του Ψυχάρη και του Λαμπράκη. Εδώ και καιρό επίσης συνεχίζονται οι συζητήσεις με το ισπανικό συγκρότημα Τύπου της El Pais, που προφανώς αναζητεί ένα βιώσιμο στάτους συνεργασίας με το ιστορικό ελληνικό συγκρότημα. Δεν είναι η πρώτη φορά που το συγκρότημα Λαμπράκη περνάει κάποια δύσκολη κρίση. Και πριν από είκοσι πέντε χρόνια περίπου είχε περάσει μια μεγάλη κρίση και μάλιστα τότε ο Χρήστος Λαμπράκης σκεπτόταν σοβαρά να πουλήσει το συγκρότημά του και να αποχωρήσει από τον εκδοτικό χώρο. Τον απέτρεψε τότε το Πασόκ και ο Ανδρέας Παπανδρέου και επί πλέον βοήθησαν τον ΔΟΛ να ξεπεράσει την κρίση βρίσκοντας του αγοραστή για το κτίριο της Συγγρού και μάλιστα σε καλή τιμή. Σε ιδιαίτερα καλή τιμή. Και η προ εξαετίας κρίση ήταν σοβαρή, αλλά τελικά το συγκρότημα άντεξε, έστω κι αν η συνέχεια εκείνης της κρίσης διαρκεί μέχρι και σήμερα. Έτσι λοιπόν και η σημερινή κρίση θα ήταν πιθανόν με κάποιο τρόπο να ξεπεραστεί. Υπάρχει ένα μόνο δεδομένο που κάνει αυτή την κρίση διαφορετική από τις προηγούμενες και αυτό είναι ενδιαφέρον και για πολλά άλλα συγκροτήματα Τύπου που περνάνε αντίστοιχη κρίση με τον ΔΟΛ.
Εκείνο που κάνει αυτή την κρίση διαφορετική από τις προηγούμενες, είναι το ότι σε είκοσι χρόνια από τώρα, δηλαδή γύρω στο 2030, δεν θα υπάρχουν ούτε εφημερίδες, ούτε περιοδικά. Είναι τόσο καταιγιστική η εξέλιξη της τεχνολογίας και τέτοια η διείσδυση, αλλά και η εξυπηρέτηση που προσφέρει το Internet, που κάνει αδύνατη την επιβίωση των Μέσων Ενημέρωσης με την σημερινή έντυπη μορφή τους. Οι περισσότεροι από τους σημερινούς εκδότες, δεν θέλουν καν να αντιληφθούν αυτό το δεδομένο και έτσι οι ως τώρα κινήσεις τους θυμίζουν κάπως την αποχώρηση των στρατευμάτων του Ναπολέοντα, από τα ρωσικά εδάφη σε εκείνη την τραγική εκστρατεία. Τα σημερινά συγκροτήματα Τύπου και ανάμεσα σ’ αυτά και ο ΔΟΛ, το μόνο που κάνουν και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι μεγάλες περικοπές δαπανών. Ήδη στο χώρο του Τύπου στο διάστημα των τελευταίων δώδεκα μηνών έχουν χαθεί πολλές θέσεις εργασίας και συγχρόνως έχουν πουληθεί αρκετά έντυπα από τους παλιούς εκδότες, σε καινούργιους, που θέλουν να διακριθούν σ’ αυτό το «άθλημα» και να αποκτήσουν επιρροή. Όπως ο Βίκτωρ Ρέστης και ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης για παράδειγμα. Είναι φυσικό άνθρωποι που δεν είχαν ασχοληθεί ως τώρα με τον Τύπο να μην γνωρίζουν την επικίνδυνη και καθοριστική φάση στην οποία έχει μπει συνολικά ο χώρος της έντυπης πληροφόρησης. Η Γιάννα Αγγελοπούλου πρόλαβε ήδη να μάθει κάτι γι αυτό το θέμα, με τις τεράστιες ζημιές που έκανε ο Ελεύθερος Τύπος από τότε που τον αγόρασε και προσπάθησε να τον επιβάλει. Στο διάστημα αυτό ου ζημιές του Ελεύθερου Τύπου ξεπέρασαν τα 60 εκατομμύρια ευρώ και ακόμη τραβάνε την ανηφόρα. Για τη δική μας εκτίμηση δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να σωθεί ο Ελεύθερος Τύπος.
Κάποιοι εκδότες για να αντιμετωπίσουν το μέλλον έχουν αρχίσει να στρέφουν την προσοχή τους προς το Internet. Ούτε κι αυτό είναι όμως λύση για την ώρα. Τα έσοδα του Internet είναι ακόμη πολύ μικρά και δεν αρκούν για να σώσουν μια επιχείρηση που βυθίζεται. Είναι σαν να προσπαθείς να αδειάσεις τα νερά που έμπαζε ο Τιτανικός λίγο πριν βυθιστεί… με έναν κουβά. Έτσι κι αλλιώς και για την επόμενη δεκαετία, το Internet δεν θα μπορεί να στηρίξει, επιχειρήσεις με την σημερινή οργάνωση των κλασικών Μέσων Ενημέρωσης. Για να επιβιώσει μια ιντερνετική επιχείρηση απαιτεί ελάχιστο κόστος και πολύ μικρή οργάνωση, μια και τα έσοδά της δεν θα αρκούσαν ούτε για τον μισθό ενός διευθυντή μιας εφημερίδας ή ενός περιοδικού. Στον Τύπο γράφτηκε πως ο Ψυχάρης ετοιμάζει την ιντερνετική έκδοση για το Βήμα, για να αντικαταστήσει την ημερήσια έκδοση της εφημερίδας, με την εξαίρεση της κυριακάτικης έκδοσης. Είναι μια κάποια προετοιμασία για το μέλλον, αλλά τα έσοδα προς το παρόν θα είναι αδύνατον να καλύψουν τα έξοδα. Στην σκέψη των εκδοτών σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ήταν να βάλουν και αντίτιμο για την ανάγνωση της εφημερίδας στο Internet. Το έχουν δοκιμάσει και αμερικάνικες εφημερίδες , με απογοητευτικά αποτελέσματα. Παρ’ όλο που στην επωνυμία του ο τίτλος του ΔΟΛ περιλαμβάνει την λέξη «δημοσιογραφικός», στην ουσία και με τα χρόνια, ο ΔΟΛ ήταν ένας πολιτικός οργανισμός. Κάποια στιγμή μάλιστα είχε τόσο μεγάλη πολιτική δύναμη που μπορούσε «να ανεβάζει και να κατεβάζει κυβερνήσεις», όπως λεγόταν συχνά. Ο ΔΟΛ παραμένει μεν κυρίως ένας πολιτικός οργανισμός που ασχολείται με τις εκδόσεις, αλλά δεν έχει τη δύναμη που είχε παλιότερα. Και αυτό αποδείχτηκε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, από την αποτυχημένη απόπειρα, να επιβάλλει τον Ευάγγελο Βενιζέλο στην ηγεσία του Πασόκ. Ήταν μια πολιτική ήττα που είναι κι αυτή ενδεικτική της μειωμένης πολιτικής δύναμης των εκδοτικών συγκροτημάτων. Και αυτό, γιατί μετά από κάποια στιγμή έγινε τόσο φανερή και κυνική η επιδίωξη πολιτικής επιρροής για οικονομικό όφελος από πολλά εκδοτικά συγκροτήματα, που η κοινή γνώμη λέει πια αγανακτήσει με το φαινόμενο, όπως φαίνεται και από τις σχετικές δημοσκοπήσεις. Είναι δύσκολο να πούμε αυτή τη στιγμή αν ο ΔΟΛ καταφέρει να ξεπεράσει τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, που επιδεινώθηκε και εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης. Γιατί, η οικονομική κρίση κάποια στιγμή θα ξεπεραστεί, αλλά αυτό δεν θα συμπεριλάβει και τα Μέσα Ενημέρωσης. Η κρίση στα Μέσα Ενημέρωσης θα συνεχιστεί και όπως είπαμε και πάρα πάνω, για τη δική μας άποψη, με την οποία συμφωνούν και πάρα πολλοί αναλυτές του φαινομένου παγκοσμίως, σε είκοσι χρόνια, δεν θα κυκλοφορούν έντυπα. Αυτή τη στιγμή το βήμα του ΔΟΛ είναι μετέωρο, όπως και πολλών άλλων συγκροτημάτων. Πιθανόν να έχουν τα κεφάλαια να αντέξουν μεσοπρόθεσμα σε ζημιές, αλλά μακροχρόνια η κατάσταση δεν πρόκειται να καλυτερέψει. Ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη θα μπορέσει να επιβιώσει, μόνο αν μετατραπεί σε κάτι άλλο από αυτό που είναι σήμερα, χωρίς να μπορούμε να πούμε και σε τι ακριβώς. Αυτό όμως όπως όλα δείχνουν , μάλλον θα πρέπει να απασχολήσει λιγότερο τον Χρήστο Λαμπράκη και το Σταύρο Ψυχάρη. Ίσως περισσότερο από αυτούς τους δυο θα έπρεπε να ανησυχεί ο Βίκτωρας Ρέστης.
Διαβάστε περισσότερα...